κασέλα


κασέλα
[касэла] ουσ. θ. ящик, суш!ук.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κασέλα" в других словарях:

  • κασέλα — η (Μ κασέλα) κιβώτιο επίμηκες και βαθύ όπου φυλάγονται κυρίως τα είδη ρουχισμού, σεντούκι, μπαούλο νεοελλ. (στα ελαιοτριβεία) δοχείο μέσα στο οποίο χύνεται από το πιεστήριο το λάδι ανάμικτο με νερό. [ΕΤΥΜΟΛ. > ιταλ. cass ela (υποκορ. τού… …   Dictionary of Greek

  • κασέλα — η (λ. βενετ.), κιβώτιο επίμηκες και βαθύ για φύλαξη ρούχων, μπαούλο, φορτσέρι: Έχει μια κασέλα πουκάμισα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μουσείο Μπενάκη — Το Μ.Μ. μετά από εργασίες που διήρκεσαν επτά περίπου χρόνια, άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό στις 7 Iουνίου 2000. Tο στεγασμένο σε ένα από τα επιβλητικότερα νεοκλασικά κτίρια της Aθήνας (Κουμπάρη 1) μουσείο ιδρύθηκε από τον ευπατρίδη Aντώνη… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Εθνογραφικό Κύπρου (πρώην Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου) — Ιδρύθηκε το 1939 από την Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών. Η συλλογή του στεγάζεται σήμερα στο παλαιό Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο (πλατεία Αρχιεπισκόπου Κυπριανού), ένα γοτθικό κτίριο του 15ου αι. με πολλές μεταγενέστερες προσθήκες, ένα τμήμα του οποίου είχε …   Dictionary of Greek

  • Σποράδες — Έτσι ονομάζονταν στην αρχαιότητα τα κατασπαρμένα νησιά του Αιγαίου, του Κρητικού και του Καρπάθιου πελάγους, σε αντίθεση προς το νησιωτικό κύκλο, που περιέκλειε τη Δήλο. Στα νεώτερα χρόνια είχε επικρατήσει να ονομάζονται Ανατολικές Σ. τα κατά… …   Dictionary of Greek

  • διακόσμηση — Ο εξωραϊσμός, το στόλισμα, η επίθεση στολιδιών σε ένα οικοδόμημα. Δ. χαρακτηρίζεται οτιδήποτε συμπληρώνει τη βασική κατασκευή ενός κτιρίου, στολίζοντας ή εμπλουτίζοντας την εξωτερική ή εσωτερική επιφάνειά του. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δ. έχει… …   Dictionary of Greek

  • κασέλι — το 1. μικρή κασέλα, μπαουλάκι, σεντουκάκι 2. το φορητό κιβώτιο τών υποδηματοστιλβωτών, τών λούστρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < κασέλα + υποκορ. κατάλ. ι (< ιον)] …   Dictionary of Greek

  • κασελιάζω — (Μ κασελιάζω) 1. τοποθετώ κάτι σε κασέλα 2. συσκευάζω εμπόρευμα μέσα σε κιβώτια, εγκιβωτίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κασέλα + ιάζω (πρβλ. κουρελ ιάζω, φουρτουν ιάζω)] …   Dictionary of Greek

  • κασελάκι — το υποκορ. του κασέλα μικρή κασέλα: Στο κασελάκι έβαζε τα εσώρουχά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • CASELLA seu CAPSELLA — apud Glaburm, l. 4. c. 3. Κασέλα, in Histor. Apollonii Tyrii, p. 9. loculus est reliquiarum, vide supra in voce Capsae …   Hofmann J. Lexicon universale